ΑΡΘΡΑ
Τι πήγε στραβά στο «ραντεβού με την ιστορία» (16/10/2011) PDF Εκτύπωση E-mail

Του Αντωνη Λιακου*

Η αποτίμηση της τριακονταετίας ΠΑΣΟΚ σήμερα, στη σκιά μιας καταστροφικής κρίσης, μοιάζει με το εγχείρημα της Δίκης των Εξι στη σκιά της Μικρασιατικής Καταστροφής. Προειλημμένη απόφαση. Κι όμως, εκείνο που οφείλει η ιστορική ματιά να αποφύγει, είναι η αναδρομική τελεολογία. Βλέποντας όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας στον θάλαμο εντατικής του ΔΝΤ, και την υπόλοιπη Ευρώπη κλινήρη, δύσκολα θα σκεπτόταν κανείς ότι η Ελλάδα θα απέφευγε την κρίση ακόμη και χωρίς τη μοιραία 18η Οκτωβρίου 1981. Η κρίση βέβαια έχει διαβαθμίσεις, και ώς τη σημερινή καταστροφή η πορεία δεν ήταν ευθύγραμμη ή αναπότρεπτη, όπως δείχνει τεκμηριωμένα το βιβλίο του Ν. Χριστοδουλάκη, «Σώζεται ο Τιτανικός;» (εκδ. Πόλις).

Η μετάβαση στη Δημοκρατία στην Ελλάδα συνέβη σε δύσκολη οικονομικά εποχή. Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση σήμανε την αρχή του τέλους της μεταπολεμικής ευημερίας, της πολιτικής πλήρους απασχόλησης που βασιζόταν στην ενεργοβόρα βιομηχανία. Ηταν η εξάντληση της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης. Ενα υπόδειγμα οικονομικής διαχείρισης και πολιτικής έδυε μέσα από διαδοχικές κρίσεις ανόδου των τιμών της ενέργειας, κυμάτων αποβιομηχάνισης και αποδέσμευσης από τους μεταπολεμικούς νομισματικούς κανόνες σταθερότητας. Η νέα κατάσταση κρίσης ονομάστηκε στασιμοπληθωρισμός, γιατί συνδύαζε πληθωρισμό και ανεργία, στοιχεία αλληλοαναιρούμενα στην προηγούμενη περίοδο. Επομένως, οι συσσωρευμένες κοινωνικές προσδοκίες που πυροδότησε η απόψυξη των κοινωνιών του ευρωπαϊκού Νότου από τις δικτατορίες, συνδυάστηκαν με μια εποχή μηδενικής ή και αρνητικής ανάπτυξης. Οι λαϊκές προσδοκίες δεν ήταν παράλογες, αλλά ετεροχρονισμένες. Στη ΒΔ Ευρώπη το κράτος πρόνοιας δημιουργήθηκε στα χρόνια οικονομικής ανόδου. Εδώ, η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στην εκπλήρωσή τους γεφυρώθηκε με την επέκταση του κρατισμού και με δανεικά. Εγινε διαχειρίσιμη με την αμφισημία, τη διγλωσσία και προπαντός με τη δημιουργία υποκατάστατων, δηλαδή κελύφη χωρίς πραγματικό, ή με αναιμικό περιεχόμενο. Χαρακτηριστικά που έκτοτε συνόδευσαν το ΠΑΣΟΚ, αλλά όχι μόνο. Ας θυμηθούμε ότι η μεγαλύτερη αύξηση του εισοδήματος παρά τη μείωση του ΑΕΠ συνέβη πριν από το 1981, και ότι επί Ν.Δ., που κατηγορούνταν για «σοσιαλμανία» από τον ΣΕΒ, κρατικοποιήθηκε ο όμιλος Ανδρεάδη, ο μεγαλύτερος ιδιωτικός οικονομικός όμιλος.

Η Μεταπολίτευση, εξαιτίας αυτών των δύο παραμέτρων, οικονομία σε υποχώρηση-λαϊκά αιτήματα σε άνοδο, δεν ήταν εύκολη εποχή, και οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσαν να ισορροπούν συνεχώς πατώντας σε δύο βάρκες. Η άνοδος και η πτώση του προγράμματος σταθεροποίησης 1985-87, ήταν χαρακτηριστική για τα διλήμματα που θα αντιμετώπιζε έκτοτε η Ελλάδα. Η διακοπή αυτού του προγράμματος σημάδεψε μια καμπή απόκλισης της ελληνικής οικονομίας από τις άλλες ευρωπαϊκές, οι οποίες από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να μετακινούνται σε νέο παράδειγμα διαχείρισης οικονομίας και κοινωνίας. Η δεκαετία του ’90 ήταν για την Ευρώπη εντελώς διαφορετική από τη δεκαετία του ’80.

Χρηματοδότηση του κράτους

Κομβικό σημείο ήταν η αλλαγή χρηματοδότησης του κράτους, και ευρύτερα η αλλαγή αντίληψης για τον ρόλο του κράτους, ως ακρογωνιαίου λίθου για τον κεϋνσιανισμό, το κράτος πρόνοιας και τη σοσιαλδημοκρατία. Στο νέο σύστημα τα κράτη ήταν υποχρεωμένα να δανείζονται στην αγορά, με επιτόκια αγοράς, κι όχι από τις κρατικές τράπεζες με ειδικά επιτόκια. Αυτό ήταν προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση του νομίσματος. Αύξησε όμως το κόστος χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν δαπάνες για παιδεία, υγεία, κοινωνική πρόνοια, δηλαδή συλλογικά αγαθά σε αυξητική πορεία συνδεδεμένα με κοινωνικές προσδοκίες. Ταυτόχρονα δημιούργησε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον ιδιωτικό και στον κρατικό τομέα για την αγορά χρήματος, πράγμα που σήμαινε πως επέκταση των δημόσιων δαπανών συνεπαγόταν περιορισμό της αγοράς, και η άνοδος της αγοράς προϋπέθετε περιορισμό του κράτους. Αυτές οι συνθήκες τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια του ΠΑΣΟΚ. Βρίσκονταν στον αντίποδα των ιδεολογικών του προϋποθέσεων στη δεκαετία του ’80. Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ διέθετε εφεδρείες ώστε να προσαρμόζεται στη διαδοχή των πολιτικών παραδειγμάτων, και αναδεικνύοντας τον εκσυγχρονισμό ως δεσπόζουσα, σφράγισε και τη δεκαετία του ’90. Υιοθετώντας πολιτικές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας κατάφερε να προσαρμοστεί στο νέο παράδειγμα και κέρδισε μια δεύτερη ζωή. Ταυτίστηκε με μια πορεία σταθεροποίησης της οικονομίας, φτηνών δανείων, επέκτασης της ευημερίας και συγκράτησης των ελλειμμάτων. Οι οικονομικοί δείκτες ήταν ανοδικοί στην περίοδο 1996-2004 και επιστέγασμα ήταν φυσικά η είσοδος στην ΟΝΕ.

Τέσσερις αλλαγές

Ωστόσο, η επιτυχία αυτή δεν μπορούσε να είναι οριστική αν δεν αυξανόταν η παραγωγικότητα στα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα της Ευρώπης των «15», και όχι των «25». Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη έμεινε έωλη γιατί κάθε φορά που έφτανε στο νήμα, οι αλλαγές κρίνονταν συνεχώς ανεπαρκείς. Οχι μόνο γιατί όριο των εκσυγχρονιστών ήταν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και η ανεπαρκής Δημόσια Διοίκηση, αλλά και γιατί το ίδιο το παράδειγμα συνεχώς μεταβαλλόταν και το νήμα συνεχώς απομακρυνόταν. Από τον τότε «εκσυγχρονισμό» στις τωρινές «μεταρρυθμίσεις» η απόσταση είναι όση από το «νοικοκύρεμα» των ΔΕΚΟ, μετά το 1996, στην ιδιωτικοποίησή τους, σήμερα. Δηλαδή από την εκλογίκευση του παλιού παραδείγματος και την υιοθέτηση προσαρμογών, στην άνευ όρων παράδοση στο καινούργιο παράδειγμα. Στα τριάντα χρόνια από το 1981 ο κόσμος άλλαξε ριζικά. Πρώτη μεγάλη αλλαγή ήταν το πέρασμα στην ψηφιακή και διαδικτυακή εποχή, την τρίτη βιομηχανική επανάσταση που άλλαξε τον παραγωγικό ιστό των κοινωνιών, μειώνοντας παρά αυξάνοντας θέσεις εργασίας. Δεύτερη, η πτώση του κομμουνισμού. Εκτός από τις γεωπολιτικές αναταράξεις, αισθητές και εδώ, αποσταθεροποίησε πλήρως τον ιστορικό ρόλο των σοσιαλιστών. Τρίτη, η μετάβαση από τον κεϋνσιανισμό στον νεοφιλελευθερισμό, από τη βεμπεριανή αντίληψη του κράτους στο New Public Management και η υπέρμετρη ενδυνάμωση των χρηματοπιστωτικών δικτύων απέναντι στα κράτη και στην παραγωγή. Τέταρτη αλλαγή που συμβαίνει τώρα είναι η μεταβολή των ισορροπιών του κόσμου, και το κοινωνικό dumping που υφίσταται η Δύση από την ανάδυση των οικονομικών γιγάντων της Ανατολής. Θρυμματισμός της εργασίας και του κοινωνικού κράτους.

Ποιες συνέπειες είχαν αυτές οι μεγάλες αλλαγές στην πορεία της Ελλάδας από τη Μεταπολίτευση στην οικονομική κρίση; Πιστεύαμε ότι η μετάβαση στη Δημοκρατία εξυπηρετούσε την οικονομική ανάπτυξη, τόσο στη Νότια, όσο και στην Ανατολική Ευρώπη. Τα πράγματα όμως πήραν απρόβλεπτη τροπή. Φαίνεται ότι ο τύπος των αιτημάτων και των προσδοκιών που δημιούργησαν την τριακονταετία, εξέφραζαν τον κόσμο πριν αλλάξει, ενώ η πραγματικότητα μεταβαλλόταν. Και ο καινούργιος κόσμος, αυτός που ξεπροβάλλει μέσα από τις νέες ρυθμίσεις φαίνεται ότι δεν πολυενδιαφέρεται για τη Δημοκρατία, υπαγορεύοντας τα όρια της συνταγματικής τάξης. Η Ιστορία ήλθε στο ραντεβού, αλλά δεν ήταν η αναμενόμενη.

*O κ. Α. Λιάκος είναι ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (www.antonisliakos.gr)

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16/10/2011

 
Τι θα συµβεί αν διαλυθεί η Ευρώπη; (16/10/2011) PDF Εκτύπωση E-mail

του Τίμοθι Γκάρτον Ας*

Τι θα συµβεί αν διαλυθεί η Ευρώπη; Σε όλη την ενήλικη ζωή µου υπήρξα αυτό που στην Αγγλία ονοµάζεται ευρωπαϊστής ή ευρώφιλος. Για τον περισσότερο από αυτόν τον καιρό η ευρωπαϊκή ιστορία πήγαινε µε το µέρος µας. Τώρα µπορεί να αλλάζει κατεύθυνση. Σύντοµα θα µπορούσε να κατευθυνθεί προς το µέρος των ευρωσκεπτικιστών. Και τότε;

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 50 ετών η θεσµική οργάνωση της Ευρώπης έχει προοδεύσει από µια κοινή αγορά έξι δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε µια ευρύτερη και πιο βαθιά ένωση 500 εκατ. Ευρωπαίων και 27 χωρών, από την Πορτογαλία ως την Εσθονία και από τη Φινλανδία ως την Ελλάδα. Από αυτές οι «17» µοιράζονται ένα κοινό νόµισµα, το ευρώ.

∆εν υπάρχουν έλεγχοι στα σύνορα ανάµεσα σε 25 ευρωπαϊκές χώρες, στην περιοχή Σένγκεν. Καλύπτοντάς τα όλα, υπάρχει η εύθραυστη επιδερµίδα της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα ∆ικαιώµατα, η οποία επιτρέπει σε κάθε κάτοικο από 47 χώρες, συµπεριλαµβανοµένης της Ρωσίας, να προσβάλει µια παραβίαση των αναφαίρετων ανθρωπίνων δικαιωµάτων καταφεύγοντας ως το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων στο Στρασβούργο.

Η Ευρώπη δεν υπήρξε ποτέ πιο ενωµένη από αυτό. Ποτέ δεν ήταν περισσότερο ελεύθεροι οι περισσότεροι από τους λαούς της. Ποτέ πριν δεν ήταν δηµοκρατίες περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενωµένες ως ισότιµα µέλη στην ίδια οικονοµική, πολιτική και αµυντική κοινότητα.

Η ήπειρός µας έχει ακόµη ένα γκροτέσκο ποσό φτώχειας, αδικίας, έλλειψης ανεκτικότητας και διώξεων. (Προσπαθήστε να ζήσετε σαν Ροµά στην Ανατολική Ευρώπη για να πάρετε µια γεύση από όλα αυτά.) ∆εν ωραιοποιώ τίποτε. Αλλά – για να προσαρµόσω µια διάσηµη ρήση για τη δηµοκρατία του µεγάλου ευρωπαϊστή βρετανού συντηρητικού Γουίνστον Τσόρτσιλ – λέω ότι αυτή είναι η χειρότερη δυνατή Ευρώπη, εκτός από όλες τις άλλες Ευρώπες οι οποίες δοκιµάστηκαν από καιρού εις καιρόν.

Τώρα όλο αυτό απειλείται. Μια κακοσχεδιασµένη, υπερδιευρυµένη και απείθαρχη νοµισµατική ένωση κινδυνεύει να καταρρεύσει, φέρνοντας πικρές αλληλοκατηγορίες και µόνιµους διχασµούς. Πιο θεµελιωδώς, δεν υπάρχουν πια τα παλαιά συναισθηµατικά κίνητρα και οι πολιτικές µηχανές της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Οι λαοί της Γερµανίας, της Ολλανδίας και άλλων χωρών του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι απρόθυµοι να κάνουν βήµατα περαιτέρω ενοποίησης, βήµατα που πολλοί από τους δηµιουργούς της νοµισµατικής ένωσης πίστευαν ότι θα ήταν αναγκαία για να διατηρηθεί αυτή η ένωση.

Μέµφοµαι πολιτικούς όπως η Ανγκελα Μέρκελ επειδή δεν έδειξαν περισσότερη ηγετική ικανότητα από αυτή την άποψη, αλλά µια τέτοια ηγεσία θα χρειαζόταν έναν ηρωικό, ανηφορικό αγώνα για να πειστεί ένα απρόθυµο κοινό σε αυτές που είναι ακόµη (αντιθέτως από ό,τι ισχυρίζονται οι ευρωσκεπτικιστές) κατά µεγάλο µέρος εθνικά κυρίαρχες δηµοκρατίες. Αν αυτές δεν ήταν εθνικά κυρίαρχες δηµοκρατίες, ολόκληρος ο χρηµατοπιστωτικός κόσµος – από την Ουάσιγκτον ως το Πεκίνο – δεν θα περίµενε όλη την περασµένη εβδοµάδα µε κοµµένη την ανάσα την ψήφο ενός µικρού κόµµατος στο κοινοβούλιο της Σλοβακίας.

Αντ’ αυτού, θέλω να ρωτήσω τι συµβαίνει αν η ευρωζώνη πέσει, µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο – και αν αυτή η αποτυχία γίνει η αρχή µιας πολύ µεγαλύτερης διαδικασίας βαθµιαίας διάλυσης.

Για εµάς, τους ευρωπαϊστές, αυτό που θα συµβεί τότε θα είναι, πρώτα από όλα, ένα παράδοξο είδος απελευθέρωσης. Σαν τους οπαδούς µιας κυβέρνησης που έχει χρονίσει στην εξουσία, επί δεκαετίες τώρα νιώθουµε κάποια υποχρέωση να υπερασπιστούµε την υπάρχουσα κατάσταση πραγµάτων, µε όλα της τα προφανή ψεγάδια. Οι ευρωσκεπτικιστές, αντίθετα, έχουν απολαύσει την υπέροχη ανευθυνότητα της αντιπολίτευσης – και οι θεσµοί των Βρυξελλών ξεφουρνίζουν ατελείωτους εύκολους στόχους για σκεπτικισµό και σάτιρα.

Τώρα την µπότα θα τη φορέσει το άλλο πόδι. Για κάποια χρόνια, σαν µια νέα κυβέρνηση, οι ευρωσκεπτικιστές θα µπορούν να ρίχνουν το φταίξιµο για τα τρέχοντα προβλήµατα στο προηγούµενο καθεστώς (η υπερταχεία νοµισµατική ένωση οδήγησε στο γερµανοελληνικό µίσος κτλ. κτλ.), αλλά αυτό δεν µπορεί να διαρκέσει πολύ. Αργά ή γρήγορα θα γίνει σαφές ότι ζούµε στο δικό τους είδος Ευρώπης, όχι στο δικό µου. Αντιµέτωποι µε παλαιές και νέες υπερδυνάµεις, εµείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να µείνουµε µαζί, αλλιώς θα κρεµαστούµε χώρια. Πάρτε το µονοπάτι του ευρωσκεπτικισµού και οι Κινέζοι θα γελούν σε όλη τη διαδροµή ως την τράπεζα (της οποίας ως τότε µάλλον θα είναι, ούτως ή άλλως, οι ιδιοκτήτες).

Φυσικά, έπειτα από µία-δύο δεκαετίες ζωής στην Ευρώπη των ονείρων των ευρωσκεπτικιστών, µπορεί να αποδειχθεί ότι κάνω λάθος. Αν γίνει αυτό, υπόσχοµαι να το παραδεχθώ. Αν οι Ευρωπαίοι µπορούν να παραµείνουν ελεύθεροι, ευηµερούντες και ασφαλείς χωρίς αυτές τις υποστηρικτικές δοµές, οι οποίες όντως περιλαµβάνουν κάποια απώλεια κυριαρχίας και εκνευριστικής γραφειοκρατίας, θα είµαι εντελώς ευτυχισµένος. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα µέσον προς αυτούς τους σκοπούς. Αν όµως έχω δίκιο, τότε κανένα ανθρώπινο ον δεν θα νιώσει ποτέ µεγαλύτερη θλίψη καθώς θα φωνάζει: «Σας το έλεγα εγώ»...

*O κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης

ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16/10/2011

 
Κρίση, καιρός για επώδυνες λύσεις στην ευρωζώνη (16/10/2011) PDF Εκτύπωση E-mail

Οι «αγορές» διαθέτουν ένα εντυπωσιακό προνόμιο: να μπορούν να ισχυρίζονται ένα πράγμα αλλά και το αντίθετό του, και ταυτόχρονα να εξακολουθούν να θεωρούνται αξιόπιστοι μάντεις. Σε μια πολύ χαρακτηριστική αντίφαση, καταγγέλλουν ομόφωνα, τόσο την καταστροφή στην οποία οδηγεί η ασφυκτική λιτότητα την ελληνική οικονομία, όσο και την αυθάδεια των Ιταλών που επιχειρούν να καθυστερήσουν την επιβολή της λιτότητας. Μήπως έχει φθάσει η στιγμή να φανταστούμε έναν άλλο «χρυσό κανόνα», διαφορετικό από εκείνον που συνίσταται στο διαζύγιο με τη λογική;

  Ας υποθέσουμε ότι είναι σήμερα επείγον να «σώσουμε» την Ελλάδα. Εάν ακολουθήσουμε τις ιδέες που, απ' ό,τι φαίνεται, εξακολουθούν να είναι κυρίαρχες στις μέρες μας, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστεί οποιαδήποτε στάση πληρωμών του ελληνικού κράτους, καθώς και ότι πρέπει να διατηρηθεί η χώρα στη ζώνη του ευρώ. Οχι μόνον επειδή θα ήταν καταστροφικό για τους Ελληνες εάν αποτύχουν σε κάποιον από αυτούς τους δύο στόχους, αλλά και επειδή οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Από αυτήν την άποψη, η σωτηρία της Ελλάδας θα ωφελούσε τόσο τους Ελληνες, όσο και το σύνολο των Ευρωπαίων. Ας δεχθούμε προς στιγμήν αυτόν τον ισχυρισμό κι ας περάσουμε στο ακόλουθο ερώτημα: Ποιες προϋποθέσεις θα καθιστούσαν δυνατό αυτό το εγχείρημα;

Ας υποθέσουμε ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η Αθήνα θα κατορθώσει να αποκαταστήσει την ισορροπία των δημόσιων οικονομικών του ελληνικού κράτους κατά τη διάρκεια της επόμενης τριετίας ή τετραετίας, έτσι ώστε το δημόσιο χρέος να μην υπερβαίνει το 200% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της χώρας. Κάτι τέτοιο κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι: αυτή τη στιγμή το χρέος υπερβαίνει το 160% του ΑΕΠ και το δημοσιονομικό έλλειμμα που καταγράφηκε την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2011 ανέρχεται στα 18 δισ. ευρώ (δηλαδή στο 9% του ΑΕΠ). Μάλιστα, αντί να μειώνεται, το έλλειμμα αυξάνεται. Η εξέλιξη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η τρομακτική λιτότητα που επιβάλλεται στον πληθυσμό βάθυνε ακόμα περισσότερο την ύφεση: Το 2011, η οικονομική δραστηριότητα θα υποχωρήσει κατά 5%. Ωστόσο, η έκπτωση του 21% επί του ποσού των απαιτήσεών τους που δέχθηκαν «εθελοντικά κάτω από έντονη πίεση» οι ευρωπαϊκές τράπεζες με βάση τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου του 2011, θα μπορούσε να καταστήσει πιθανή την επίτευξη του ορίου του 200%. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι το εξής: ποιος μπορεί να αναλάβει μακροπρόθεσμα την κατοχή παρόμοιου χρέους, επιβάλλοντας χρηματοοικονομικούς όρους οι οποίοι να μην δημιουργούν ασφυξία στην ελληνική κοινωνία; (Γιατί κανείς πλέον δεν συζητάει για το πώς αυτή η κοινωνία θα ξαναβρεί τη χαρά της ζωής...).

ΤΙΤΛΟΙ ΧΡΕΟΥΣ

Το πρώτο σκέλος της απάντησης είναι ότι -απουσία οποιουδήποτε μέτρου εξαναγκασμού- πολύ σύντομα οι ευρωπαϊκές δημόσιες αρχές θα είναι οι μόνες οι οποίες θα είναι διατεθειμένες να έχουν στην κατοχή τους παρόμοιους τίτλους χρέους. Οπως περιγράφει με εξαιρετικά απλό τρόπο ένα από τα παραμάγαζα που διακινούν τις απόψεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, «δεν φανταζόμαστε ότι οι επενδυτές θα επιστρέψουν για να αγοράσουν τίτλους του χρέους (1)». Οχι, η μοναδική χρηματοδότηση των αυξανόμενων αναγκών του ελληνικού χρέους μπορεί να προέλθει μόνον από δανειστές του δημόσιου τομέα, αλλά, επιπλέον, στο βαθμό που το στοκ των υπαρχόντων τίτλων πρέπει να ανανεωθεί, ο ιδιωτικός τομέας θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να «κάνει επίδειξη ευγένειας»... παραχωρώντας τη θέση του στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στο ΔΝΤ. Στο μεσοδιάστημα, οι τράπεζες και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα θεωρήσουν ιδιαίτερα ευχάριστη εξέλιξη το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εγκαταλείπει τις δογματικές προκαταλήψεις της και αγοράζει τίτλους κρατικού χρέους, έτσι ώστε να επιταχυνθεί η ελάφρυνση του δυσβάστακτου φορτίου που τις βαρύνει. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα σε λίγα χρόνια, ολόκληρο το ελληνικό χρέος θα βρίσκεται στα χέρια δημόσιων αρχών.

Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα, ποιο επιτόκιο θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία, όπως και από οποιαδήποτε άλλη κοινωνία. Αν δεν θέλουμε να ξεσπάσει λαϊκή επανάσταση, να αρπάξει την εξουσία μια αιμοσταγής δικτατορία ή να εξαφανιστεί ο ελληνικός πολιτισμός, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένα ανεπτυγμένο έθνος δεν θα ανεχόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα την ετήσια αφαίρεση του 6% του πλούτου που παράγει. Πόσω μάλλον που το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο ήμισυ των μισθών που καταβάλλονται για την αμοιβή των δημοσίων υπαλλήλων της χώρας (2). Συγκριτικά, η εξυπηρέτηση του χρέους του γαλλικού κράτους αντιστοιχεί στο 2,3% περίπου του ΑΕΠ της Γαλλίας. Εάν υποθέσουμε ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος όντως θα σταθεροποιηθεί στο 200% του ΑΕΠ της χώρας, το πραγματικό επιτόκιο που θα της ζητηθεί πρέπει να περιοριστεί στο 3%, έτσι ώστε να μην υποχρεωθεί η χώρα να καταβάλλει για τόκους ποσό το οποίο να υπερβαίνει το 6% του ΑΕΠ της.

Η ΕΛΛΑΔΑ

Με άλλα λόγια, εάν τα ευρωπαϊκά κράτη κατόρθωναν να δανειστούν από τις αγορές με πραγματικό επιτόκιο 3% (ή και λιγότερο), τότε θα κατόρθωναν να χρηματοδοτήσουν το ελληνικό χρέος χωρίς αυτή η ενέργεια να έχει το παραμικρό κόστος για αυτές. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, για τη χρηματοδότηση του σχεδίου βοήθειας προς την Πορτογαλία, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατόρθωσε να συνάψει ένα δεκαετές δάνειο 5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 2,75%. Δεδομένου ότι οι δανειστές αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα κυμαίνεται γύρω στο 2%, αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα το πραγματικό κόστος του δανεισμού θα ανέρχεται στο 0,75%. Συνεπώς, θα ήταν δυνατή η διαρκής χρηματοδότηση του ελληνικού χρέους με συνθήκες πολύ πιο ευνοϊκές από το όριο ασφυξίας στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω.

Ωστόσο, το κατεπείγον αυτό σενάριο στηρίζεται σε άλλες τρεις προϋποθέσεις: ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα εκπονηθεί ρητά με αυτόν τον χαρακτήρα, ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες θα κατορθώσουν να συνεννοηθούν για το ζήτημα και ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα διαθέτει ικανότητα δανεισμού, η οποία θα υπερβαίνει κατά πολύ τα σημερινά 440 δισ. Αυτό ακριβώς αντιλήφθηκε ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, και προσήλθε στη διάσκεψη κορυφής του Βρόκλαβ για να το εξηγήσει στους ευρωπαίους ηγέτες. Οσο για το κίνητρό του, δεν πρέπει να ήταν τόσο η αγάπη του για τη Γηραιά Ηπειρο, όσο η έγνοια του για τις τράπεζες. Γιατί ο Γκάιτνερ δεν διανοείται ότι μπορεί να τις αφήσει για πολύ ακόμα στο έλεος μιας στάσης πληρωμών της Ελλάδας. Πράγματι, τα 440 δισ. ευρώ που διαθέτει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας επαρκούν μόλις και μετά βίας για την εξαγορά του ελληνικού χρέους. Ομως, πρέπει όχι μόνο να χρηματοδοτηθεί και το σχέδιο διάσωσης της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, αλλά και να δημιουργηθεί μια «καβάτζα» χάρη στην οποία θα πειστούν όλοι ότι, εάν χρειαστεί, υπάρχουν επίσης και τα ποσά που απαιτούνται για να ανακουφιστούν η Ιταλία και η Ισπανία (για να ανακουφιστούν μονάχα... ). Ποιο, λοιπόν, θα είναι το ποσό που θα απαιτηθεί για την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας; Το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ μοιάζει να είναι λογικός αριθμός.

Ωστόσο, για να αποδειχθεί αποτελεσματικό αυτό το λογικό ποσό, θα έπρεπε να διατεθεί μέσα σε ένα... λογικό χρονικό διάστημα, με βάση έναν... λογικό σχεδιασμό και τη βεβαιότητα ότι θα αναληφθεί δράση με... εύλογη αποφασιστικότητα! Αντίθετα, κάθε «απρόθυμη πρόοδος» από την πλευρά των ευρωπαίων ηγετών, ακόμα κι αν πραγματοποιείται προς τη σωστή κατεύθυνση, θα εκλαμβάνεται ως μια πανικόβλητη προσαρμογή τους σε μια χιονοστιβάδα ανεξέλεγκτων γεγονότων. Σε αυτήν την περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα συμβεί το χειρότερο.

Η δυσπιστία των αγορών θα ενταθεί. Και μόλις η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σταματήσει το πρόγραμμα εξαγοράς ομολόγων, θα αρχίσουν να παρατηρούνται εντάσεις στα επιτόκια του ιταλικού και του ισπανικού χρέους. Και τότε θα είναι αρκετό το σφύριγμα ενός φαρσέρ από την εξέδρα για να νομίσει όλος ο κόσμος ότι ο διαιτητής σφύριξε πέναλτι (το οποίο θα λάβει τη μορφή καταιγισμού υποβαθμίσεων των κρατικών χρεών από τους οίκους αξιολόγησης) και για να αρχίσει η πραγματοποίηση της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Οι χώρες που θα δεχτούν την επίθεση δεν θα μπορούν να ανανεώσουν τους τίτλους του χρέους τους που λήγουν, καθώς θα υποχρεωθούν να δανείζονται με υπέρογκα επιτόκια. Σε τελική ανάλυση, το χρέος τους θα γίνει δυσβάστακτο, όχι λόγω του ύψους του, αλλά λόγω της αλματώδους αύξησης των επιτοκίων. Ας μην ξεχνάμε ότι ένα χρέος με μηδενικό επιτόκιο δεν θα κόστιζε τίποτε! Συνεπώς, αυτό που καθιστά το χρέος δυσβάστακτο (υπό την έννοια ότι η πληρωμή των τόκων βαρύνει αντίστοιχα τον κρατικό προϋπολογισμό) είναι η αύξηση των επιτοκίων. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η αύξηση των επιτοκίων ενισχύει την πεποίθηση των δανειστών ότι η εξυπηρέτηση του χρέους έχει καταστεί σχεδόν αδύνατη και τους παρακινεί να αυξήσουν το ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν από το δανειζόμενο κράτος... πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να ακολουθούν τα επιτόκια μια ακόμα πιο ανοδική τροχιά, η οποία καθιστά ακόμα πιο χειροπιαστό τον κίνδυνο της μελλοντικής στάσης πληρωμών.

Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα πανικού, ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο θα είχαμε αμελήσει να προικοδοτήσουμε με επαρκή μέσα δράσης, δεν θα μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές με τις ευνοϊκές συνθήκες που μας υπόσχονται σήμερα. Η αύξηση του κόστους του χρήματος που δανείζεται το Ταμείο θα είχε συνέπειες για το σύνολο του κρατικού χρέους των χωρών της ζώνης του ευρώ, καθώς θα αυξανόταν το βάρος των εγγυήσεων των δανείων τις οποίες θα πρέπει να παράσχουν χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Γαλλία, οι οποίες δεν ανήκουν στον κατάλογο των χωρών που λαμβάνουν βοήθεια από το ταμείο. Σε αυτήν την περίπτωση, το ευρωπαϊκό σχέδιο διάσωσης θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια παρτίδα σάπια δοκάρια, με τα οποία θα επιχειρηθεί η υποστύλωση ενός τοίχου που καταρρέει, ελπίζοντας ότι όλα μαζί θα αντέξουν παρά την τρομακτική φθορά τους (3).

ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟ

Για τον ίδιον ακριβώς λόγο, το ευρωομόλογο δεν θα αποτελούσε μια πολύ καλύτερη λύση. Θεωρητικά, η ιδέα -η οποία συνίσταται σε μια αμοιβαιοποίηση των κρατικών χρεών διαρθρωμένη γύρω από ένα bonus-malus των επιτοκίων- είναι κομψή και πολιτικά μεγαλοφυής (4). Ο μύθος καταντάει σχεδόν συγκινητικός: Η Οικονομική Ευρώπη αναδύεται μέσα από το χάος των χρεών, μέσα σε μια κοσμογονία από την οποία γεννιέται ο δημοσιονομικός φεντεραλισμός! Ομως, και πάλι όλα αυτά θα θυμίζουν την παρτίδα των σάπιων δοκαριών στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως.

Κι αυτό, διότι η ανάμειξη όλων των δημόσιων χρεών σε έναν και μόνο τίτλο θα φέρνει κατά παράδοξο τρόπο στον νου το φτηνιάρικο, άθλιο κρασί που προκύπτει από την ανάμειξη διάφορων παρτίδων κρασιού και άφθονου νερού και θα θυμίζει υπερβολικά τα δάνεια subprime που στηρίζονταν στην ανάμειξη ανομοιογενών απαιτήσεων για την παραγωγή δομημένων και τιτλοποιημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων: θα πρόκειται για ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο με το οποίο θα επιχειρείται να αναμειχθούν η ήρα και το σιτάρι.

Σε αυτήν την περίπτωση, μπροστά στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, η μοναδική λύση που θα απομένει θα είναι ο εξαναγκασμός των ευρωπαϊκών τραπεζών να κατέχουν το σύνολο των τίτλων δημοσίου χρέους των χωρών που δέχονται την επίθεση των αγορών. Κι ίσως αυτό ακριβώς να επιδιώκουν κατά βάθος οι ευρωπαίοι ηγέτες. Θα μπορούσε δε κάποιος να υποστηρίξει ότι -όντας οπαδοί ενός παράξενου είδους τροτσκο-φιλελευθερισμού- έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όσο διαρκεί η κρίση, δεν είναι δυνατόν να αναδυθούν οι σωστές λύσεις. Ποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι έχουν άδικο;

Μόλις πάψει να υφίσταται η κατάσταση ανάγκης, θα μπορούσαν να εξεταστούν με νηφαλιότητα οι υπόλοιπες ορθές λύσεις. Κατ' αρχάς (επιτέλους!) η θέσπιση ενός φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, καθώς κι ενός φόρου πάνω στις εκπομπές αερίων του άνθρακα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως έχει προτείνει ο Μισέλ Αλιετά (5). Στη συνέχεια, θα μπορούσε να εγκαταλειφθεί ο θανατηφόρος στόχος για πληθωρισμό 2% και να αφεθεί το επίπεδό του να φτάσει έως το 4 ή το 5%. Ωστόσο, αν κάτι θα αποδειχθεί δύσκολο, αυτό θα είναι η πυροδότηση του πληθωρισμού. Πράγματι, όπως παρατηρεί ο Ρομπέρ Μπουαγέ, «μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η μοναδική μας ελπίδα θα μπορούσε να συνίσταται στην εμφάνιση έλλειψης εργατικού δυναμικού στην Κίνα, αλλά και στο ξέσπασμα κοινωνικών συγκρούσεων εκεί: παρόμοια εξέλιξη θα επέτρεπε την εμφάνιση πληθωρισμού στην Κίνα. Η επιστροφή του πληθωρισμού που θα τροφοδοτείται από την αύξηση των μισθών στην Κίνα θα μειώσει το βάρος των χρεών ανά τον κόσμο. Ολα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα υπέροχο σενάριο (6)». Βέβαια, για να ενισχυθεί αυτή η τάση, ίσως θα έπρεπε και η ευρωπαϊκή εργοδοσία να δώσει μια χείρα βοηθείας προς αυτήν την κατεύθυνση κατά τη διάρκεια των μισθολογικών διαπραγματεύσεων...

ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ

Τέλος, πρέπει να υιοθετηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο «χρυσούς κανών». Να πρόκειται όμως για έναν πραγματικά αυστηρό και σκληρό κανόνα, ο οποίος θα περιλαμβάνει και τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του! Να απαγορεύεται σε κάθε κράτος να αφήνει το δημοσιονομικό του έλλειμμα να ξεπερνάει το 3% του ΑΕΠ του. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 30% του ΑΕΠ. Σε περίπτωση υπέρβασης ενός από αυτά τα δύο ανώτατα όρια, θα ενεργοποιείται μια διάταξη, δίκαιη αλλά και τολμηρή: η καθιέρωση της αυτόματης αύξησης του ανώτατου φορολογικού κλιμακίου του φόρου εισοδήματος (στο 90% για τα ποσά που υπερβαίνουν τα 35.000 ευρώ καθαρά ανά άτομο ετησίως): με αυτόν τον τρόπο θα περιοριστεί το έλλειμμα σε ποσοστό το οποίο θα είναι χαμηλότερο από εκείνο που προβλέπεται στον χρυσό κανόνα.

Βέβαια, δεν θα κατηγορούσαμε την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που επιδίδεται μετά μανίας στην αναζήτηση καλών ιδεών, εάν τελικά κατέληγε σε ένα λογικότερο ποσοστό, της τάξης του 85%.

(1) Nomura, όπως αναφέρεται από την εφημερίδα «Les echos», Παρίσι, 13 Σεπτεμβρίου 201.

(2) Καθώς η Ελλάδα διαθέτει το 12% του ΑΕΠ της για τη μισθοδοσία του δημόσιου τομέα, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνο που παρατηρείται στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΣΑ (10-12%). Βλέπε «Tableaux de bord de l'emploi public», Δεκέμβριος 2010, Συμβούλιο Στρατηγικής Ανάλυσης, Παρίσι.

(3) «Η "λιτότητα" που πραγματικά μας χρειάζεται» «Κ.Ε.»-«Le Monde diplomatique», 12/9/2010, βλ. http://monde-diplomatique.gr/spip.php?article304.

(4) Βλέπε τη μελέτη της τράπεζας Natixis, η οποία αναφέρεται από την Isabelle Couet, «Un Eurobond qui profitera a tous», http://blogs.lesechos.fr, 1η Σεπτεμβρίου 2010.

(5) Σύμφωνα με τη συζήτηση του Michel Aglietta με δημοσιογράφο της «Les echos», 15 Σεπτεμβρίου 2011.

(6) «La crise est plus grave que celle de 1929», συνομιλία με τον Ludovic Lamant, Mediapart, 21 Αυγούστου 2011.

* Οικονομολόγος, συγγραφέας του «L'Economie des Toambapiks», Raison d'agir, Παρίσι, 2010.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 16/10/2011

 
Η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει αναδιάρθρωση μέσα στο πλαίσιο του ευρώ PDF Εκτύπωση E-mail

Του Domingo Cavallo*

Το παρόν κείμaltενο αποτελεί απάντηση στο άρθρο που δημοσίευσε ο Νουριέλ Ρουμπινί στους Financial Times, με τίτλο «Η Ελλάδα πρέπει να κηρύξει πτώχευση και να εγκαταλείψει το ευρώ». Συμφωνώ με τη σύσταση του Ρουμπινί προς τους Ελληνες να προχωρήσουν σε μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» της τάξης του 50%. Η αναδιάρθρωση που συμφωνήθηκε μεταξύ των δανειστών της Ελλάδας στις 21 Ιουλίου 2011 είναι απολύτως ανεπαρκής για την επιστροφή της χώρας σε βιώσιμη δημοσιονομική τροχιά. Η αναδιάρθρωση που απαιτείται θα μπορούσε να επιτευχθεί με πολύ μικρότερο κόστος για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους από την τακτική της εσαεί χρηματοδότησης των ιδιωτών δανειστών της Ελλάδας.

Το δέον γενέσθαι

Το EFSF θα πρέπει να εκδώσει ομόλογα αξιολόγησης ΑΑΑ και αξίας 100 δισ., με την εγγύηση των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, και να δανείσει αυτά τα χρήματα στην Ελλάδα. Η Ελλάδα, με τη σειρά της, θα πρέπει να αγοράσει 200 δισ. ομολόγων από τους δανειστές της με τα 100 δισ. του EFSF, γεγονός που θα αντανακλά τη σημερινή αξία των ελληνικών χρεογράφων στη δευτερογενή αγορά. Αν όμως, αντί να κάνουν αυτό, οι χώρες της Ευρωζώνης συνεχίσουν να διασώζουν με τα κεφάλαιά τους τους ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας, το συνολικό κόστος για τους φορολογουμένους θα φτάσει τα 350 δισ. ευρώ, πολύ περισσότερο δηλαδή απ' ό,τι θα κοστίσει το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους κατά 50%. Επιπλέον, με αυτή την τελευταία λύση θα διασφαλιστεί και η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ακόμη και αν χρειαστούν επιπλέον κεφάλαια για την ενίσχυση των Ευρωπαϊκών τραπεζών που θα δεχθούν το «κούρεμα», το κόστος αυτής της συντεταγμένης αναδιάρθρωσης θα είναι πολύ μικρότερο από μια ανεξέλεγκτη ελληνική χρεοκοπία, τύπου Αργεντινής. Και για την Ελλάδα, θα είναι πολύ πιο εύκολο να διασφαλίσει κοινωνική συναίνεση για ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που στοχεύει στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, αντί για την εξυπηρέτηση των εξωτερικών δανείων.

Διαφωνώ απολύτως με τις υπόλοιπες προτάσεις του Ρουμπινί. Και κυρίως με την περιγραφή που έδωσε για όσα συνέβησαν στην Αργεντινή, κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2001 και αργότερα. Ας αρχίσουμε με τις δύο πρώτες παρατηρήσεις του Νουριέλ για την Αργεντινή: «Την περίοδο 1999-2001 η Αργεντινή έπεσε στην ίδια παγίδα ελλειμμάτων, λιτότητας, βαθύτερης ύφεσης, οικονομικού μαρασμού, μεγαλύτερων ελλειμμάτων και μεγαλύτερης αφερεγγυότητας». «Η Αργεντινή δοκίμασε την οδό του αποπληθωρισμού αντί για μια πραγματική υποτίμηση και ύστερα από τρία χρόνια όλο και εντεινόμενης ύφεσης, τα παράτησε και αποφάσισε να κηρύξει χρεοκοπία και να αποσυνδέσει το νόμισμά της από το δολάριο, επιτρέποντάς του να υποτιμηθεί».

Η αλήθεια είναι όμως ότι η λιτότητα ενδεχομένως να επέτεινε την ύφεση στη χώρα μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του 2001. Την περίοδο 1991-2000, το έλλειμμα κινήθηκε κατά μέσον όρο στο 1,6% του ΑΕΠ με πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα αυξήθηκε το 2000 σε 3,6%, λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα διατηρήθηκε στο +0,7% του ΑΕΠ.

Η υποτίμηση

Η ύφεση του 1999, η οποία ξεκίνησε από την υποτίμηση του βραζιλιάνικου νομίσματος, δεν είχε καμία σχέση με πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας. Τουναντίον, η υπερβολικά επεκτατική πολιτική των περιφερειακών αρχών της χώρας δημιούργησε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας στον ιδιωτικό τομέα, σε μία περίοδο κατά την οποία μειώθηκαν ξαφνικά οι τιμές των εξαγώγιμων αγαθών και η μεγάλη υποτίμηση στη Βραζιλία επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Τα μέτρα λιτότητας που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση του προέδρου De la Rua το 2000 δεν οδήγησαν φυσικά σε συρρίκνωση της οικονομίας. Αντιθέτως, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,8% το 2000, μετά μια συρρίκνωση 3,4% το 1999. Η συρρίκνωση του ΑΕΠ μετέτρεψε το εμπορικό έλλειμμα των 5 δισ. δολ. σχεδόν, το 1998, σε εμπορικό πλεόνασμα 6 δισ. δολαρίων, το 2001.

Στη διάρκεια του 2000 και του πρώτου τριμήνου του 2001, η εσωτερική υποτίμηση στην Αργεντινή επιτεύχθηκε όχι τόσο μέσω αποπληθωρισμού, αλλά μέσω περικοπών και άρσης των εμποδίων στην παραγωγικότητα.

Πώς έφτασε η χώρα στην υποτίμηση

Η εσωτερική υποτίμηση το 2000 άρχισε να αμβλύνει τα υφεσιακά αποτελέσματα της βραζιλιάνικης υποτίμησης και της μείωσης των εξαγωγών λόγω της υψηλής τιμής του δολαρίου εκείνα τα χρόνια. Και η καλύτερη απόδειξη γι' αυτό είναι η αύξηση των εξαγωγών το 2000-01. Το πρόβλημα χρέους της Αργεντινής, όμως, συνίστατο όχι τόσο πολύ στο εξωτερικό χρέος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, το οποίο ανερχόταν μόλις σε 50% του ΑΕΠ, αλλά στο υπερβολικό χρέος ορισμένων περιφερειακών διοικήσεων στις τοπικές τους τράπεζες. Μολονότι τα ποσά που είχαν δανειστεί οι τοπικές αρχές δεν ξεπερνούσαν το 6%, τα επιτόκια με τα οποία είχαν δανειστεί ήταν κυμαινόμενα. Οταν αυτά εκτινάχθηκαν στο τελευταίο τρίμηνο του 2000, λόγω της συνεχιζόμενης εκροής κεφαλαίων, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξήθηκε σε 4 δισ. ετησίως για ένα κεφάλαιο 20 δισ. δολαρίων. Συγκριτικά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειαζόταν 8 δισ. ετησίως για να εξυπηρετήσει ένα χρέος που έφτανε τα 120 δισ. Οι καταθέτες άρχισαν να φοβούνται ότι θα δημιουργηθεί πρόβλημα φερεγγυότητας με τις τράπεζες, όχι λόγω του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης λοιπόν, αλλά λόγω του χρέους της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία έπρεπε να πληρώνει επιτόκιο της τάξης του 20%. Ως εκ τούτου, οι μαζικές αναλήψεις καταθέσεων επιταχύνθηκαν και το πέσο έπρεπε να αποσυνδεθεί από το δολάριο.

Για ποιους λόγους ανέκαμψε στο τέλος

Οι εξαγωγές της Αργεντινής δεν αυξήθηκαν μετά την υποτίμηση. Αντιθέτως, μειώθηκαν από 26,6 δισ δολάρια το 2001 σε 25,6 δισ., το 2002. Ο όγκος των εξαγωγών αυξήθηκε την περίοδο 2003-2010 με τους ίδιους ρυθμούς που αυξανόταν την περίοδο 1991-1998, όταν το πέσο ήταν σε κλειδωμένη ισοτιμία με το δολάριο. Η αύξηση των εξαγωγών από το 2003 και μετά, μάλιστα, δεν προήλθε από την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά από την εντυπωσιακή αύξηση των τιμών των εξαγόμενων προϊόντων τα οποία παράγονταν στην Αργεντινή. Αν επήλθε κάποια βελτίωση στον τομέα της ανταγωνιστικότητας, αυτή δεν οφειλόταν στην υποτίμηση, αλλά στη μείωση της ισοτιμίας του δολαρίου σε σχέση το βραζιλιάνικο ρεάλ και το ευρώ. Η υποτίμηση, αντιθέτως, οδήγησε σε ραγδαία αύξηση τον πληθωρισμό, στο 42% το 2002. Μετά το 2006, το ΑΕΠ αυξήθηκε λόγω της διαρκούς επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χρόνια πρόβλημα πληθωρισμού, με ρυθμούς της τάξης του 25% το χρόνο.

Η αλήθεια είναι πως ο Ρουμπινί γνωρίζει καλά πόσο μεγάλο κόστος θα έχει για τους Ελληνες η επιστροφή στη δραχμή. Οπως σημειώνει: «Στην Αργεντινή, η μετάβαση ήταν άσχημη και με μεγάλο κόστος: κοινωνικές αναταραχές, αίμα στους δρόμους και δεκάδες θάνατοι. Πολιτική αστάθεια, πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών, περιορισμοί στις κινήσεις κεφαλαίων, ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης αφερέγγυων τραπεζών, μεγάλη βραχυπρόθεσμη αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας, αλλαγή των μακροπρόθεσμων οικονομικών πολιτικών προς την κατεύθυνση του λαϊκισμού και της κακοδιαχείρισης. Επομένως, η αλλαγή είναι δύσκολη και κάθε χώρα που σκέφτεται να το κάνει θα πρέπει να έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων για παράπλευρες απώλειες όπως αυτές που προαναφέρθηκαν».

Ο σκοπός αυτού του άρθρου ήταν να ενημερωθούν οι Ελληνες για το τι συνέβη στην Αργεντινή το 2002, κάτι που ο Ρουμπινί δεν περιγράφει σωστά. Είμαι βέβαιος ότι οι θυσίες που απαιτούνται για να μη διαλυθεί το ευρώ είναι πολύ μικρότερες από τις αντίστοιχες που θα πρέπει να υπομείνουν οι Ελληνες αν ακολουθήσουν τη συμβουλή του Ρουμπινί να επιστρέψουν στη δραχμή. Η έξοδος από το ευρώ το μόνο που θα πετύχει είναι να δώσει στην κυβέρνηση και στις συντεχνίες τη δικαιολογία να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους μέσω του πληθωρισμού και να προσπαθήσουν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα με τις υποτιμήσεις αντί με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Οι μόνοι που θα κερδίσουν από την εγκατάλειψη του ευρώ είναι εκείνοι οι ισχυροί που έχουν φροντίσει για την προστασία του πλούτου τους, στέλνοντας τα ευρώ τους στο εξωτερικό και αναμένουν τώρα να αγοράσουν την υποτιμημένη περιουσία της χώρας σε δραχμές. Η επιστροφή στη δραχμή θα προκαλούσε την πιο άδικη αναδιανομή εισοδήματος, υπέρ των πλουσιότερων και εις βάρος των φτωχότερων τάξεων, στην ιστορία της Ελλάδας, όπως έγινε στην Αργεντινή.

* Πρώην υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10/11/2011

 
Σάκης Παπαθανασίου: «Το ζήτημα δεν είναι οι εκλογές αυτές καθαυτές, αλλά οι πολιτικές» PDF Εκτύπωση E-mail

 

altΣτην Ξάνθη βρέθηκε προχθές το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς Σάκης Παπαθανασίου, μετέχοντας σε συνάντηση που έγινε στα γραφεία της νομαρχιακής οργάνωσης της παράταξης.
Η συνάντηση είχε ως αντικείμενα συζήτησης τις τελευταίες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, τις προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς για την προσπάθεια διεξόδου, την πιθανότητα εκλογών και την ετοιμότητα της οργάνωσης γι αυτές, καθώς και την οικονομική ενίσχυση του κόμματος. Ο κ. Παπαθανασίου παραχώρησε συνέντευξη τύπου, κατά την οποία καταφέρθηκε εναντίον των κυβερνητικών επιλογών, λέγοντας ότι «οδήγησαν σε ύφεση και όξυναν το δημοσιονομικό πρόβλημα, οι εστίες του οποίου εντοπίζονται στον μη παραγωγικό δημόσιο τομέα και στη χειραγωγημένη από τα καρτέλ αγορά».

Περισσότερα...
 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 11 12 13 14 15 16 17 18 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 18 από 18

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

ΝΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ

logo final_1

nea-polis

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

eimasteetoimoi

Πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς

  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow